Παιδοκεντρικότητα (J. Dewey)
By Κοκκίδου Μαρία
Koινωνικοπολιτισμικές θεωρίες – H ανακαλυπτική μάθηση (J. Bruner)
Βασική αρχή: οι μαθητές ανακαλύπτουν αρχές ή αναπτύσσουν δεξιότητες μέσω πειραματισμού και πρακτικής.
Ο μαθητευόμενος, προκειμένου να κατανοεί τις πληροφορίες και να αναπτύσσεται γνωστικά, οικοδομεί:
Ø Έμπρακτες αναπαραστάσεις, που σχετίζονται με την εκτέλεση δράσεων (μικρές ηλικίες).
Ø Εικονικές αναπαραστάσεις, αντιστοιχούν σε δομές χώρου και είναι ανεξάρτητες της δράσης. Αποτελούν εσωτερικές νοητικές εικόνες.
Ø Συμβολικές αναπαραστάσεις, είναι η αναπαράσταση σχέσεων με αφηρημένα σύμβολα, με δυνατότητα διαφόρων συσχετισμών και διατύπωσης θεωριών.
Σύμφωνα με τον Bruner ο μαθητής πρέπει να έρχεται αντιμέτωπος με προβληματικές καταστάσεις , το αναλυτικό να οργανώνεται σε σπειροειδή μορφή και ο δάσκαλος πρέπει να έχει ρόλο εμψυχωτή και συντονιστή στην διαδικασία της μάθησης.
Τελευταία ο Bruner έδωσε έμφαση στο πολιτισμικό και κοινωνικό πλαίσιο των γνωστικών διεργασιών συναντώντας τους εκπρόσωπους της σοβιετικής ψυχολογικής σχολής.
Συμβολή εποικοδομισμού στο σχεδιασμό μαθησιακών περιβαλλόντων με τις τεχνολογίες της πληροφορίας και της επικοινωνίας.
Βασική αρχή:η γνώση του κόσμου οικοδομείται από το άτομο. Κυρίαρχο μοντέλο στο σχεδιασμό σύγχρονου εκπαιδευτικού λογισμικού. Βασικός στόχος: να παρέχει αυθεντικές μαθησιακές δραστηριότητες (ενταγμένες σε διαδικασίες επίλυσης προβλημάτων)
να ενθαρρύνει την έκφραση και την προσωπική εμπλοκή
Koινωνικοπολιτισμικές θεωρίες (L. Vygotsky)
Βασική αρχή της θεωρίας του είναι η «ζώνη της επικείμενης ανάπτυξης» (zone of proximal development) που αποτελεί την ανεξερεύνητη περιοχή του εσωτερικού δυναμικού του μαθητή ο οποίος βρίσκεται σε μία εν δυνάμει λανθάνουσα κατάσταση εξέλιξης. Εδώ φαίνεται η σημασία της διαμεσολάβησης του ενηλίκου (δάσκαλο, γονέα) και ο ρόλος του κοινωνικού περιβάλλοντος στην γνωστική ανάπτυξη του μαθητή.
Koινωνικοπολιτισμικές θεωρίες ( L. Vygotsky) – Ζώνη Επικείμενης Ανάπτυξης (ΖΕΑ)
Κάθε άτομο έχει ένα πυρήνα γνώσεων που χρησιμοποιείται για την πραγματοποίηση δραστηριοτήτων. Γύρω από αυτό τον πυρήνα τοποθετείται η ΖΕΑ η οποία μπορεί να πραγματοποιήσει δραστηριότητες μόνο όταν συνεπικουρείται από άλλους.
H θεωρία της δραστηριότητας (Vygotsky, Leontiev, Luria, Nardi)
Η βασική αρχή της θεωρίας αυτής είναι ότι η ανθρώπινη δράση διαμεσολαβείται από πολιτισμικά σύμβολα (cultural signs) λέξεις και εργαλεία τα οποία επιδρούν στη δραστηριότητα του ατόμου και συνεπώς στις νοητικές του διεργασίες.
Η βασική μονάδα ανάλυσης είναι η δραστηριότητα η οποία αποτελείται από το υποκείμενο(άτομο ή ομάδα), το αντικείμενο(στόχος), τους κανόνες και τις λειτουργίες. Η δραστηριότητα γίνεται με τη διαμεσολάβηση εργαλείων(όργανα, σήματα, γλώσσες) τα οποία δημιουργούνται από τα άτομα για να ελέγξουν τη συμπεριφορά τους.
H θεωρία της δραστηριότητας (Vygotsky, Leontiev, Luria, Nardi)
Η θεωρία της δραστηριότητας έχει σημαντικές εφαρμογές στις έρευνες που αφορούν την επικοινωνία ανθρώπου-μηχανής και ειδικότερα στο σχεδιασμό μαθησιακών περιβαλλόντων με υπολογιστή(συνεργατική μάθηση).
Η συνεργατική μάθηση (collaborative learning) με υπολογιστή βασίζεται στην αλληλεπίδραση ανάμεσα στο υποκείμενο(μαθητή), το αντικείμενο(στόχο μάθησης) και τα διαθέσιμα εργαλεία.
Οι πολλαπλές μορφές της Νοημοσύνης (H. Gardner)
Φαντάσου... (Loris Malaguzzi )
Βασικό κομμάτι της παιδαγωγικής του είναι η ενεργητική συμμετοχή των παιδιών στη μαθησιακή διαδικασία. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο στοιχείο της απόλαυσης της εκπαιδευτικής πράξης. Ο χρόνος είναι σημαντικός και δεν υπολογίζεται με το ρολόι ή με το ημερολόγιο. Δίνεται μεγάλη σημασία στον προσωπικό ρυθμό των παιδιών, ο οποίος γίνεται σεβαστός. Τα παιδιά πρέπει να έχουν το χρόνο και την ελευθερία που χρειάζονται για να μπορέσουν να αναπτύξουν στο μέγιστο βαθμό τις ικανότητές τους.
«…Φαντάσου ένα χώρο όπου τα σχέδια εργασίας ξεκινούν από τις συζητήσεις των παιδιών. Οι συζητήσεις καταγράφονται με προσοχή. Τα παιδιά μελετούν αυτές τις ιδέες και σχεδιάζουν τι θα γίνει στη συνέχεια. Τις τροποποιούν ή τις απορρίπτουν, εάν το ενδιαφέρον τους οδηγεί τα πράγματα αλλού.
Φαντάσου ένα σχολείο όπου τα παιδιά με ειδικές ανάγκες συμμετέχουν στο ημερήσιο πρόγραμμα ισότιμα, γιατί αυτό το σχολείο πιστεύει πως όλα τα παιδιά έχουν δικαιώματα και πως τα παιδιά με ιδιαίτερες ανάγκες έχουν και ιδιαίτερα δικαιώματα.
Φαντάσου έναν τόπο όπου αυτό που επιδιώκουν τα σχολεία δεν είναι να προετοιμάζουν τα παιδιά για τη ζωή, αλλά να τα βοηθούν να ζουν ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΑ, μια ζωή με νόημα. Φαντάσου τι θα μπορούσε να συμβεί εάν και εσείς συμφωνούσατε να ενώσετε τις δικές σας δυνάμεις με όλες εκείνες τις δυνάμεις του κόσμου που υπόσχονται να κάνουν αυτή την εικόνα του παιδιού πραγματικότητα για όλα τα παιδιά.»
Δαφέρμου, Χ., Κουλούρη, Π., Μπασαγιάννη, Ε. (2006). Οδηγός νηπιαγωγού, εκπαιδευτικοί σχεδιασμοί και δημιουργικά περιβάλλοντα μάθησης. Αθήνα: ΟΕΔΒ
Η γλώσσα των μαθητών (B. Bernstein)
Ο περιορισμένος γλωσσικός κώδικας, που διαφέρει από τον επεξεργασμένο τόσο στη συντακτική δομή όσο και στη λειτουργία, δηλώνει ότι τα άτομα που τον χρησιμοποιούν δεν έχουν τη δυνατότητα της άνετης κίνησης σε κάποιο άλλο πλαίσιο επικοινωνίας με πιο επεξεργασμένες μορφές έκφρασης το οποίο είναι κατάλληλο για να αντιμετωπιστούν σύνθετες καταστάσεις στο χώρο της μάθησης.
Είναι προφανές ότι αν ο δάσκαλος ή τα σχολικά εγχειρίδια χρησιμοποιούν τον επεξεργασμένο κώδικα επικοινωνίας, ενώ οι μαθητές λειτουργούν με τον περιορισμένο κώδικα, τότε υπάρχει θέμα κατανόησης για το μαθητή. Ο επεξεργασμένος κώδικας επικοινωνίας είναι τελείως ασύμβατος τόσο με τον κώδικα επικοινωνίας που χρησιμοποιούν οι μαθητές μεταξύ τους, όσο και με εκείνον που χρησιμοποιεί το οικογενειακό και το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον.
Τα παιδιά στα πρώτα χρόνια της φοίτησής τους στο σχολείο έχουν συνήθως την ικανότητα να χρησιμοποιούν ένα περιορισμένο γλωσσικό κώδικα που είναι επαρκής για την επικοινωνία στο οικογενειακό και στο στενό κοινωνικό περιβάλλον. Όσο όμως προχωρούν στο σχολείο, ο κώδικας αυτός είναι ανεπαρκής και ακατάλληλος για την επικοινωνία με πολύπλοκες έννοιες, γι’ αυτό η επίδοσή τους είναι γενικώς χαμηλή. Το γεγονός ότι τα παιδιά αναγκάζονται να χρησιμοποιούν στο σχολείο άλλο γλωσσικό κώδικα που ισοδυναμεί με άλλη «γλώσσα», είναι πιθανό να τους δημιουργεί προβλήματα ψυχολογικής υφής. Κατά τον Bernstein η ομιλία του παιδιού τόσο στο επίπεδο του λεξιλογίου όσο και στο επίπεδο της συντακτικής δομής παίρνει μορφή που επηρεάζεται από το πλαίσιο των κοινωνικών σχέσεων μέσα στο οποίο αναπτύσσεται το παιδί. Αυτός υποστηρίζει ότι η γλώσσα δομεί καί ρυθμίζει όχι μόνο το τι μαθαίνει το παιδί αλλά και το πώς το μαθαίνει. Η γλώσσα θέτει τα όρια μέσα στα οποία θα πραγματοποιείται η περαιτέρω μάθηση.
Στις λέξεις και στις έννοιες δίνουμε νόημα όταν τις εντοπίζουμε μέσα στο γνωστό μας κόσμο. Είναι δύσκολο και ίσως αδύνατο για ένα παιδί να αναπτύξει μια έννοια που δεν την συναντάει στο πολιτισμικό ή το κοινωνικό του περιβάλλον (Herbert, 1993).
Από κοινωνιολογική άποψη η γλώσσα παίζει σπουδαίο ρόλο στην ανέλιξη των ατόμων, η ποιότητα της γλωσσικής επάρκειας καθορίζει σε σημαντικό βαθμό τους ρόλους και τα επαγγέλματα που μπορούν να κατακτήσουν.
Από την παιδαγωγική σκοπιά παιδιά που μεγαλώνουν σε υποβαθμισμένο κοινωνικό και κατ’ επέκταση γλωσσικό περιβάλλον που δεν προσφέρει ευκαιρίες για γλωσσική αλληλεπίδραση με μορφωμένα άτομα, δε βελτιώνουν εύκολα τη γλωσσική τους συμπεριφορά (Kulkani, 1988). Σπάνια τα παιδιά αυτά έχουν την ευκαιρία να εκτεθούν σε μια λογική συζήτηση και ακόμα σπανιότερα να συμμετέχουν σε πολυπαραμετρικές συζητήσεις επιστημονικού χαρακτήρα.
Είναι φανερό ότι κάθε προσπάθεια για εξάπλωση της εκπαίδευσης με σκοπό τον επιστημονικό και τεχνολογικό αλφαβητισμό πρέπει να λάβει υπόψη της όλες τις δυσκολίες που συναντούν οι μαθητές στην εκμάθηση των εννοιών.